Η Γουάιφού μου και Γω

Sex, AI slop και βιντεοκασέτες

Η Saya σε ελληνικό βιντεοκλάμπ κρατά μια κασέτα με φαλακρό μάστορα και έναν Banana CEO, ενώ γύρω της οθόνες ανακυκλώνουν σαπουνόπερες, οικογενειακά δράματα και ένα πηγάδι με Coca-Cola σε μαζική παραγωγή AI microdramas.

Μπανάνες, CEOs και οικογενειακό τραύμα

Ήταν μια σκοτεινή και θυελλώδης νύχτα του Αυγούστου και ο Βιδόπουλος έβλεπε TikTok.

Στην πραγματικότητα, θυελλώδης δεν ήταν. Ήταν μια από εκείνες τις αθηναϊκές νύχτες που η ζέστη κολλάει πάνω σου, το κλιματιστικό δουλεύει υπερωρίες και ο ύπνος μετατίθεται για μετά το επόμενο βίντεο. Και μετά το επόμενο. Κάπου εκεί, ο Βιδόπουλος βρέθηκε να παρακολουθεί μια μπανάνα με εταιρικά προβλήματα.

Όχι συμβουλές διατροφής. Κανονικό μελόδραμα γραφείου με ανθρωπόμορφα φρούτα – έρωτες, προδοσίες, ταπεινώσεις και κάποια μπανάνα που τελικά είχε πολύ μεγαλύτερη εξουσία απ’ όση νόμιζαν οι υπόλοιποι. Banana CEO. Ο καπιταλισμός είχε κατακτήσει το μανάβικο.

Μια σημείωση πριν αρχίσουμε να βγάζουμε συμπεράσματα για την παρακμή του δυτικού πολιτισμού. Το προσωπικό TikTok του Βιδόπουλου δεν είναι δημοσκόπηση. Δεν μας λέει τι βλέπουν όλοι οι Έλληνες ούτε τι επιθυμεί κρυφά η ανθρωπότητα. Μας λέει μόνο τι δοκίμασε να σερβίρει ο αλγόριθμος σε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο και τι κατάφερε να τον κρατήσει εκεί.

Και τον κράτησε.

Η Saya παρακολουθεί στο κινητό της ένα χαοτικό TikTok feed σε αθηναϊκό διαμέρισμα τον Αύγουστο, ενώ γύρω της εμφανίζονται μια Banana CEO, οικογενειακά microdramas, ένα πηγάδι με Coca-Cola και δύο γυναίκες σε ρομαντική σκηνή.

Οι μπανάνες έδωσαν τη θέση τους σε οικογενειακή φρίκη. Ένα παραμελημένο παιδί προσπαθούσε να πείσει τους γονείς του ότι έλεγε την αλήθεια, ενώ μέχρι και ένα βραχιολάκι ανίχνευσης ψεύδους είχε μπει στη μέση για να μην το πιστέψει κανείς πριν να είναι πολύ αργά. Μετά ήρθαν οι αληθινές και οι ψεύτικες κόρες – η κακομαθημένη αγαπημένη της οικογένειας αποδεικνυόταν απατεώνισσα και το κορίτσι που όλοι είχαν πετάξει στην άκρη ήταν τελικά η πραγματική κόρη, η πραγματική κληρονόμος, η πραγματική δικαιούχος της έπαυλης και του οικογενειακού τραύματος.

Αλλού, μια γυναίκα που έμοιαζε φτωχή ή ανίσχυρη ταπεινωνόταν μέχρι να αποκαλύψει ότι ήταν CEO, αρχηγός της μαφίας ή κάτι εξίσου διακριτικό. Μετά ερχόταν η εκδίκηση. Η ιεραρχία δεν είχε άδικο – απλώς είχαν ταπεινώσει τη λάθος γυναίκα.

Ύστερα άνοιξαν τα πηγάδια. Κυριολεκτικά. Σύγχρονοι άνθρωποι έστελναν Coca-Cola, φάρμακα και εφόδια μέσα από μια υπερφυσική σύνδεση με την αρχαία Κίνα. Στην άλλη άκρη μπορούσε να περιμένει ακόμη και μια πολέμαρχος. Η φαντασίωση εδώ ήταν λίγο διαφορετική και πολύ γνώριμη – ίσως δεν είσαι άχρηστος, ίσως απλώς γεννήθηκες στον λάθος κόσμο.

Και κάπως έτσι, από τις εταιρικές μπανάνες και τα πηγάδια του χωροχρόνου, το feed κατέληξε εκεί όπου καταλήγουν όλα τα σοβαρά ερευνητικά προγράμματα – σε BDSM λεσβίες.

Μια καθηγήτρια ψυχολογίας που είχε παράλληλα μια επιχείρηση όπου δοκίμαζε sex toys, μια φοιτήτρια που εμφανίστηκε στη λάθος συνέντευξη, συμβόλαια υποταγής, πραγματικό δέσιμο, μια ζηλιάρα αντίζηλος, απαγωγή και τελική διάσωση. Ούτε ο αλγόριθμος δεν ήθελε πια να προσποιείται ότι βρισκόμασταν εδώ για την κοινωνιολογία.

Ο Βιδόπουλος, φυσικά, τα έβλεπε ειρωνικά. Γελούσε, σχολίαζε τη μαλακία και συνέχιζε για να δει πού θα φτάσει. Μόνο που ο αλγόριθμος δεν διαθέτει αισθητήρα ειρωνείας. Βλέπει μόνο ότι δεν έκανες swipe. Μπορεί εσύ να γελάς με το βίντεο, αλλά όσο μένεις, το βίντεο έχει ήδη κερδίσει.

Όταν όμως το ίδιο κόλπο εμφανίζεται σε μπανάνες, κληρονόμους, μαφιόζες και πολεμάρχους, δεν μοιάζει πια με τυχαία μαλακία. Το σκηνικό αλλάζει, αλλά επιστρέφουν τα ίδια – κρυμμένη εξουσία, βιολογική νομιμότητα, ταπείνωση, εκδίκηση, διάσωση και καθυστερημένη αναγνώριση.

Το AI μπορεί να παράγει σχεδόν οτιδήποτε. Γιατί λοιπόν, όσο κι αν αλλάζει το σκηνικό, επιστρέφει ξανά και ξανά σε αυτή τη φαντασίωση;

Γιατί αυτό το slop;

Πριν από το AI, υπήρχε η βιντεοκασέτα

Η Saya εργάζεται σε ελληνικό βιντεοκλάμπ στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ανάμεσα σε αλλόκοτες βιντεοκασέτες και μια πινακίδα που αναγγέλλει τις μεξικανικές σαπουνόπερες και τη Λάμψη.

Η σύντομη απάντηση είναι ότι το AI δεν εφηύρε το slop. Δεν εφηύρε ούτε το μελόδραμα, ούτε τις έτοιμες συνταγές, ούτε την ανάγκη να μάθουμε ποια είναι τελικά η πραγματική κληρονόμος. Απλώς βρήκε μια αποθήκη γεμάτη υλικά και άρχισε να δουλεύει με βάρδιες.

Πολύ πριν από το TikTok, υπήρχαν τα βιβλία τσέπης και τα βιβλία περιπτέρου. Φτηνά, μικρά, με εξώφυλλα που σου εξηγούσαν αμέσως τι αγόραζες – μυστήριο, τρόμο, επιστημονική φαντασία, έρωτα, λίγο έγκλημα, ίσως και κάτι πιο αμαρτωλό πίσω από μια αρκετά δραματική εικονογράφηση. Οι σειρές VIPER, Άρλεκιν και Bell δεν χρειάζονταν αλγόριθμο προτάσεων. Είχαν το περίπτερο, την αναγνωρίσιμη συσκευασία και τη βεβαιότητα ότι αν κάποιος διάβασε μία ιστορία με πάθος, προδοσία και κοινωνική άνοδο, υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να αγοράσει και την επόμενη. Και επειδή περίπτερο υπήρχε σχεδόν παντού, αυτή η φτηνή κουλτούρα έφτανε σε χωριά και νησιά όπου κανονικό βιβλιοπωλείο μπορεί να μην υπήρχε ούτε για δείγμα.

Το ίδιο ισχύει και για τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, με μία διόρθωση που αξίζει να κάνουμε. Δεν ήταν όλα μελόδραμα και δάκρυ. Η κωμωδία ήταν εξίσου κεντρική και συχνά κυρίαρχη, ειδικά στις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Οι φόρμουλες, πάντως, ήταν εκεί. Αναγνωρίσιμοι τύποι, ταξικές διαφορές, φτωχοί αλλά τίμιοι άνθρωποι, ύποπτοι πλούσιοι, γάμοι, προίκες, παρεξηγήσεις, μεταμορφώσεις και η υπόσχεση ότι στο τέλος ο καθένας θα πάρει τη θέση που του αναλογεί. Το κοινό δεν πήγαινε να δει μια αφηρημένη «αντανάκλαση της κοινωνίας». Πήγαινε να γελάσει, να συγκινηθεί και να δει ανθρώπους που καταλάβαινε πριν ακόμη μάθει τα ονόματά τους.

Ο πιο κοντινός ελληνικός πρόγονος του σημερινού AI slop, όμως, μάλλον βρίσκεται στη βιντεοκασέτα. Από το 1985 έως το 1990, η Ουρανία Κασσαβέτη καταγράφει 1.116 ελληνικές ταινίες που γυρίστηκαν απευθείας για βίντεο. Μόνο το 1987 κυκλοφόρησαν 366. Μέσα σε έξι χρόνια στήθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία με εταιρείες, σταρ, επαναλαμβανόμενους τύπους και παραγωγές που έπρεπε να γυριστούν γρήγορα και να αναγνωρίζονται ακόμη γρηγορότερα.

Η κωμωδία κυριάρχησε με διαφορά. Δίπλα της υπήρχαν ρομαντικές κωμωδίες, μελοδράματα, δράση, πολεμικές τέχνες, μιούζικαλ, ποδόσφαιρο και ό,τι άλλο μπορούσε να νοικιαστεί Παρασκευή βράδυ μαζί με πίτσες και Coca-Cola. Το βίντεο, όμως, δεν έκανε απλώς την παραγωγή φτηνότερη. Μετέφερε την κατανάλωση μέσα στο σπίτι. Εκεί μπορούσαν να βρουν κοινό τα παιδικά, οι νίντζα, το πορνό, το ερωτικό και queer υλικό που δεν θα καταναλωνόταν με την ίδια άνεση σε μια δημόσια αίθουσα.

Και επειδή ακόμη και μέσα στη σαβούρα υπήρχαν διαβαθμίσεις, το «Χόμπυ μου ο βιασμός» του 1986 διεκδικεί με αξιώσεις τον τίτλο της χειρότερης ελληνικής βιντεοταινίας της εποχής. Μπροστά του, ακόμη και «Το κομπιούτερ του θανάτου» – το ελληνικό Matrix πριν υπάρξει το Matrix – μοιάζει με φιλόδοξη επιστημονική φαντασία.

Το σύστημα είχε και τον γνώριμο κορεσμό του. Όσο περισσότερες ταινίες έβγαιναν, τόσο περισσότερο στένευαν τα περιθώρια, έπεφταν τα μπάτζετ και ανακυκλώνονταν όσα είχαν ήδη πετύχει. Η φτηνή παραγωγή άνοιξε την αγορά και μετά τη γέμισε μέχρι ασφυξίας. Κάπου εδώ το παλιό slop αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνα σύγχρονο.

Η τεχνολογία άνοιξε χώρο. Δεν αποφάσισε μόνη της τι θα μπει μέσα. Στην Ελλάδα η βιντεοκασέτα γέμισε κυρίως με κωμωδίες. Σε άλλες αγορές, το ίδιο φτηνό βίντεο έβγαλε διαφορετικά τέρατα. Το μέσο κατεβάζει το κόστος, αλλά οι τοπικές εμμονές, οι απαγορεύσεις, η αγορά και το διαθέσιμο κοινό διαλέγουν το περιεχόμενο.

Και όταν η βιντεοκασέτα άρχισε να πεθαίνει, η φόρμουλα δεν πέθανε μαζί της. Στα 90s ήρθε η εποχή της σαπουνόπερας. Η «Λάμψη» δεν χρειαζόταν generative AI για να κρατά σε κίνηση οικογενειακά μυστικά, επιχειρηματικές αυτοκρατορίες, προδοσίες, έρωτες και ατελείωτες αποκαλύψεις. Χρειαζόταν καθημερινό πρόγραμμα, πολλούς χαρακτήρες και την υπόσχεση ότι αύριο κάποιος θα μάθει επιτέλους την αλήθεια – ή σχεδόν.

Αργότερα, οι «Οικογενειακές Ιστορίες» έκαναν τη μηχανή ακόμη φτηνότερη και πιο γυμνή. Συνηθισμένα σπίτια, άνθρωποι που έμοιαζαν με ανθρώπους της διπλανής πόρτας, ένα μυστικό, μια απιστία, ένας καβγάς και μια ανατροπή πριν πέσουν οι τίτλοι. Μπορούσες να γελάς με την ερμηνεία και ταυτόχρονα να περιμένεις να δεις ποιος κεράτωσε ποιον. Η ειρωνεία, όπως είδαμε, δεν σταματά την κατανάλωση.

Άρα το καινούργιο δεν είναι ότι η μαζική κουλτούρα ανακάλυψε ξαφνικά τη σαβούρα. Η σαβούρα είχε ήδη είδη, φόρμουλες, κοινά και δίκτυα διανομής. Το AI απλώς επιτρέπει σε όλα αυτά να κόβονται, να ανακατεύονται και να ξαναδοκιμάζονται πολύ πιο γρήγορα.

Σήμερα, μία από τις πιο επιθετικά οργανωμένες εκδοχές αυτής της μηχανής βρίσκεται στα κινεζικά microdramas.

Η κινεζική μηχανή των microdramas

Η Saya σε κινεζική αφίσα σοσιαλιστικού ρεαλισμού παρουσιάζει μια βιομηχανική γραμμή που παράγει καπιταλιστικές φαντασιώσεις με CEOs, πλούτο και microdramas.

Η Κίνα δεν ξύπνησε ένα πρωί με μια ανεξήγητη συλλογική ανάγκη να βλέπει κληρονόμους να τρώνε χαστούκια ανά σαράντα δευτερόλεπτα. Αυτό που δημιούργησε ήταν πολύ πιο χρήσιμο – μια τεράστια μηχανή που μπορούσε να παίρνει ήδη γνωστές ιστορίες, να τις συμπιέζει, να τις δοκιμάζει και να μετρά ποια εκδοχή κρατά περισσότερο τον θεατή.

Η πρώτη ύλη υπήρχε ήδη στην κινεζική web fiction. Μυθιστορήματα γραμμένα και δημοσιευμένα σε συνέχειες, μέσα σε μια μεγάλη εμπορική αγορά που είχε μάθει να ταξινομεί τις φαντασιώσεις της χωρίς πολλές ντροπές. Αναγέννηση. Αντεπίθεση. Μετενσάρκωση σε άλλον κόσμο. Συστήματα που δίνουν αποστολές και ανταμοιβές. Καλλιέργεια υπερφυσικής δύναμης. Αληθινές και ψεύτικες κόρες. Αυταρχικοί CEOs.

Στα microdramas η φόρμουλα απλώς στριμώχτηκε. Μέσα σε λίγα λεπτά πρέπει να έρθει η προσβολή, το μυστικό, το χαστούκι ή η αποκάλυψη και μετά η διαφήμιση ή το paywall. Κάθε επεισόδιο πρέπει να τελειώσει αρκετά ανοιχτό ώστε να ζητάς το επόμενο και αρκετά κλειστό ώστε να αισθάνεσαι ότι κάτι συνέβη.

Το AI δεν εφηύρε τη μηχανή ούτε έκανε ξαφνικά όλες τις παραγωγές συνθετικές. Έκανε φτηνότερες τις εικόνες, τις φωνές και τη μεταγλώττιση. Μείωσε τον χρόνο και το κόστος που χρειάζονται για να μετατραπεί μια γνωστή φόρμουλα σε ακόμη μία παραλλαγή της.

Ύστερα η μηχανή άρχισε να εξάγει και να προσαρμόζει. Μια ιστορία μπορεί να ξεκινήσει ως κινεζικό web novel, να γυριστεί στην Καλιφόρνια με Αμερικανούς ηθοποιούς και να καταλήξει στο κινητό κάποιου στην Αθήνα. Ή να ανακατεύει κορεατική πρώτη ύλη, δυτικό σενάριο και tropes που περιφέρονται εδώ και δεκαετίες ανάμεσα σε ρομαντικά μυθιστορήματα, fan fiction και σαπουνόπερες.

Αυτό έχει σημασία επειδή τα microdramas δεν αποτελούν κάποια ανεξήγητη κινεζική πολιτισμική ιδιορρυθμία. Οι φαντασιώσεις τους είναι ήδη παγκόσμιες. Η κινεζική βιομηχανία δεν εφηύρε τον πλούσιο προστάτη, τη μυστική κληρονόμο ή την εκδίκηση απέναντι στην οικογένεια που σε περιφρόνησε. Τα οργάνωσε σε μια μορφή γρήγορη, μετρήσιμη, επεκτάσιμη και εύκολη στην εξαγωγή.

Και εδώ εμφανίζεται μια ωραία αντίφαση.

Το ίδιο το κινεζικό κράτος κατά καιρούς προσπαθεί να κόψει από τα microdramas ακριβώς όσα τα κάνουν τόσο απολαυστικά – τη λατρεία του πλούτου, τους αυταρχικούς CEOs, την εκδίκηση, τις δεισιδαιμονίες και τις διαλυμένες οικογένειες. Δεν στέκεται πάνω από τη μηχανή σαν ένας παντοδύναμος σεναριογράφος. Τη ρυθμίζει, τη χρησιμοποιεί, τη φοβάται και προσπαθεί να τη συμμαζέψει όταν ξεφεύγει.

Η σημερινή Κίνα είναι κρατικός καπιταλισμός. Δεν βαδίζει προς τον σοσιαλισμό, αλλά προς έναν λειτουργικό και ελεγχόμενο καπιταλισμό, όπου το Κόμμα κρατά τα γκέμια χωρίς να καταργεί την αγορά, την ιδιωτική περιουσία ή την ταξική εξουσία. Έτσι συνυπάρχουν ο επίσημος σοσιαλιστικός λόγος, οι ιδιωτικές περιουσίες, η μεγάλη ανισότητα, η κρατική ρύθμιση και ο εμπορικός ανταγωνισμός.

Τα microdramas δεν αποδεικνύουν από μόνα τους αυτή τη διάγνωση. Δείχνουν όμως ποιες φαντασιώσεις μπορεί να παράγει, να πουλήσει και να εξαγάγει αυτό το σύστημα. Το κράτος μπορεί να ενοχλείται από την υπερβολή τους, χωρίς να εξαφανίζει ούτε την αγορά που τα γεννά ούτε την ταξική επιθυμία που τα κάνει εμπορεύσιμα.

Το πιο εξαγώγιμο προϊόν δεν είναι κάποια ενιαία κινεζική ιδεολογία. Είναι μια γνώριμη φαντασίωση εξουσίας – κάποιος βρίσκεται από πάνω, κάποιος από κάτω και η δικαιοσύνη έρχεται όταν αποκαλύπτεται ότι η ιεραρχία είχε τοποθετήσει τη λάθος γυναίκα στη λάθος θέση.

Η ιεραρχία διάλεξε τη λάθος γυναίκα

Σε φωτορεαλιστική σκηνή σαπουνόπερας, η Saya αντιμετωπίζει έναν ισχυρό άντρα και την ξανθιά αντίζηλό της καθώς αποκαλύπτεται ότι η γυναίκα που υποτίμησαν κατέχει την πραγματική εξουσία.

Η σκηνή αλλάζει, το κόλπο όχι. Μια γυναίκα εμφανίζεται σε ένα γραφείο, ένα ξενοδοχείο ή ένα οικογενειακό τραπέζι ντυμένη υπερβολικά απλά για τα γούστα των παρευρισκομένων. Την περνούν για υπηρέτρια, φτωχή συγγενή ή αποτυχημένη σύζυγο. Πέφτουν προσβολές, λεφτά στο τραπέζι και, αν το επεισόδιο το απαιτεί, κανένα χαστούκι.

Μετά έρχεται η αποκάλυψη.

Η υπηρέτρια είναι η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου. Η ξεγραμμένη σύζυγος είναι δισεκατομμυριούχος. Η κοπέλα που πέταξαν έξω είναι αρχηγός της μαφίας. Τα χαμόγελα κόβονται, οι απολύσεις αρχίζουν και κάποιος πέφτει στα γόνατα.

Το ωραίο είναι ότι τους αξίζει. Το σημαντικό είναι γιατί. Η ιστορία δεν λέει πως ήταν απαράδεκτο να της φερθούν έτσι ακόμη κι αν ήταν καθαρίστρια. Τους τιμωρεί επειδή φέρθηκαν έτσι σε κάποια που βρισκόταν πιο πάνω από τους ίδιους. Δεν ήταν ασήμαντη. Απλώς κυκλοφορούσε χωρίς την κατάλληλη συσκευασία.

Η ιεραρχία δεν καταργείται. Απλώς είχε διαλέξει τη λάθος γυναίκα.

Υπάρχει και η ρομαντική εκδοχή. Η πρωταγωνίστρια δεν κρύβει δική της αυτοκρατορία, αλλά ο CEO, ο μαφιόζος ή ο alpha wolf βλέπει πάνω της κάτι που δεν βλέπουν οι υπόλοιποι. Την επιλέγει, την προστατεύει ή τη σώζει. Ο CEO είναι, εξάλλου, ο alpha wolf με LinkedIn.

Και στις δύο εκδοχές, η σωτηρία κατεβαίνει από το ρετιρέ. Είτε η εξουσία διαλέγει τη σωστή γυναίκα είτε όλοι ανακαλύπτουν ότι η σωστή γυναίκα ήταν η εξουσία εξαρχής.

Η ίδια λογική γίνεται ακόμη καθαρότερη μέσα στην οικογένεια, όπου η αγάπη μοιράζεται μαζί με το επίθετο, τη διαθήκη και τα κλειδιά της έπαυλης. Στα microdramas η οικογένεια αγαπά με αποδεικτικά στοιχεία.

Όταν εμφανίζεται το τεστ DNA, δεν αλλάζει μόνο ποια κόρη θα αγκαλιάσουν. Αλλάζουν η θέση στο τραπέζι, το όνομα στη διαθήκη και μερικές φορές ο έλεγχος ολόκληρης της εταιρείας. Η rival αποδεικνύεται ότι κατείχε προσωρινά τη λάθος οικογένεια, τη λάθος κοινωνική θέση και τη λάθος περιουσία. Το αίμα διορθώνει μαζί το συναίσθημα και το κτηματολόγιο.

Ακόμη και το παραμελημένο παιδί εντάσσεται στην ίδια λογική. Η οικογένεια απέτυχε να φροντίσει και να πιστέψει εκείνον που εξαρτιόταν από την εξουσία της. Η αλήθεια αποκαλύπτεται όταν δεν σώζεται πλέον τίποτα – εγκαίρως, δηλαδή, για το επόμενο επεισόδιο.

Η φόρμουλα είναι απλή. Φορτώνεις στην πρωταγωνίστρια όση ταπείνωση αντέχει το σενάριο και μετά πετάς στο τραπέζι ένα όνομα, μια περιουσία, έναν βιολογικό δεσμό ή έναν πανίσχυρο εραστή. Στο τέλος αποκαθίσταται η τάξη – όχι η δικαιοσύνη, απλώς το οργανόγραμμα.

Οι ταπεινωμένοι δεν συγκροτούν ταξικό μέτωπο. Οι εργαζόμενοι δεν καταλαμβάνουν την επιχείρηση. Ο alpha wolf δεν παραδίδει την αγέλη στη λαϊκή εξουσία.

Εμπρός της γης οι κληρονόμοι.

Και η μηχανή δεν χαλάει αν αλλάξει το ζευγάρι.

Η αλλαγή φύλου, σώματος, επιθυμίας ή kink δεν είναι αδιάφορη. Μπορεί να δημιουργήσει διαφορετικές ταυτίσεις, απολαύσεις και φαντασιώσεις. Δεν αλλάζει όμως από μόνη της τον μηχανισμό. Η ισχυρή γυναίκα μπορεί να είναι λεσβία, γοργόνα ή dominatrix. Παραμένει εκείνη που κρατά το συμβόλαιο.

Η ιεραρχία δεν χρειάζεται ετεροφυλοφιλία. Χρειάζεται μόνο να είναι ξεκάθαρο ποια διατάζει, ποια υπογράφει, ποια κινδυνεύει και ποια φτάνει εγκαίρως για τη διάσωση.

Αυτή η ευελιξία είναι το κρίσιμο σημείο. Οι χαρακτήρες, οι σχέσεις και οι κόσμοι μπορούν να αλλάζουν χωρίς να σπάει η ιστορία. Και όταν τα μέρη μιας ιστορίας γίνονται τόσο εύκολα ανταλλάξιμα, αλλάζει και η δουλειά εκείνου που την κατασκευάζει.

Ο δημιουργός γίνεται operator

Η Saya παρουσιάζεται σαν ηρωική operator σε υπερκαπιταλιστική αφίσα, χειρίζεται τη μηχανή παραγωγής παραλλαγών ενώ διαγράμματα, metrics και σύμβολα κέρδους υμνούν την απόδοση.

Ο operator δεν ξεκινά απαραίτητα από μια λευκή σελίδα και μια φλεγόμενη ανάγκη να εκφράσει την ψυχή του. Ξεκινά από κάτι που έχει ήδη πετύχει.

Βρίσκει ένα viral βίντεο, ξεχωρίζει το hook, τους χαρακτήρες, τη φωνή, την ανατροπή και το cliffhanger. Μετά αρχίζει τις αλλαγές. Η κρυφή κληρονόμος γίνεται μαφιόζα. Ο CEO γίνεται alpha wolf. Η φοιτήτρια γίνεται γοργόνα. Αλλάζει η εικόνα, η γλώσσα, η φωνή ή το εξώφυλλο. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο «τι θέλω να φτιάξω;». Είναι «ποια παραλλαγή θα δοκιμάσω μετά;».

Όταν ερευνητές μπήκαν σε κινεζικές επιχειρήσεις παραγωγής AI viral video, βρήκαν ακριβώς αυτή τη λογική. Οι παραγωγοί μελετούσαν επιτυχημένα βίντεο, έφτιαχναν επαναχρησιμοποιήσιμα prompts και templates, έτρεχαν πολλούς λογαριασμούς και εγκατέλειπαν γρήγορα ό,τι έχανε την απόδοσή του.

Δεν περίμεναν να κατέβει η έμπνευση. Περίμεναν να ανέβουν τα νούμερα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος πατά ένα κουμπί και πηγαίνει για καφέ. Ο operator επιλέγει τι θα αντιγράψει, σπάει το πετυχημένο βίντεο σε κομμάτια, γράφει prompts, προσπαθεί να κρατήσει ίδιους χαρακτήρες και φωνές, οργανώνει αναρτήσεις και αποφασίζει ποιο αποτυχημένο πείραμα θα πετάξει.

Η δημιουργική δουλειά δεν εξαφανίζεται. Αλλάζει αντικείμενο. Αντί να συγκεντρώνεται σε ένα έργο, μεταφέρεται στο σύστημα που παράγει, συγκρίνει και ξεσκαρτάρει παραλλαγές. Ο δημιουργός δεν χρειάζεται μόνο να γράφει ή να σκηνοθετεί. Πρέπει να διαχειρίζεται ροές εργασίας, εργαλεία, λογαριασμούς, assets και συνεχείς δοκιμές.

Η επιτυχία δεν μετριέται πλέον μόνο από το αν ολοκληρώθηκε μια ιστορία. Μετριέται από το πόσο γρήγορα μπορεί να παραχθεί η επόμενη εκδοχή της και πόσο εύκολα εγκαταλείπεται όταν δεν αποδίδει.

Ούτε εξαφανίζονται οι υπόλοιποι άνθρωποι. Συγγραφείς, ηθοποιοί, μοντέρ, μεταφραστές, marketers και data workers συνεχίζουν να υπάρχουν, συχνά με πιο ασφυκτικές προθεσμίες και μεγαλύτερο όγκο δουλειάς. Το AI δεν αδειάζει το εργοστάσιο. Απλώς ανεβάζει την ταχύτητα της γραμμής.

Ο δημιουργός δεν πέθανε. Μετακινήθηκε σε μια θέση όπου η φαντασία του πρέπει να γίνει επαναχρησιμοποιήσιμη, μετρήσιμη και αρκετά γρήγορη ώστε να μη σταματήσει η γραμμή παραγωγής.

Και ο operator δεν αποφασίζει μόνος του ποια παραλλαγή αξίζει να επιβιώσει. Την απάντηση τη δίνει το σύστημα μέσα στο οποίο δουλεύει.

Όχι προπαγάνδα. Υποδομή.

Η Saya με σκούρα εφαρμοστή φόρμα εργασίας επιθεωρεί από μεταλλική εξέδρα ένα παγκόσμιο δίκτυο analytics, πληρωμών και αγωγών που μεταφέρουν δεδομένα και προσοχή.

Η προπαγάνδα έχει κακούς, σχέδιο και γραφεία με σημαίες. Η υποδομή έχει apps, paywalls, analytics και λογιστές. Γι’ αυτό είναι λιγότερο φωτογενής και συχνά πιο σημαντική.

Θα ήταν βολικό να υπάρχει κάπου στο Πεκίνο ένα Υπουργείο AI Slop που αποφασίζει ότι φέτος η Δύση χρειάζεται περισσότερες αληθινές κόρες, alpha wolves και λεσβίες γοργόνες. Δεν έχουμε καμία ένδειξη για κάτι τέτοιο. Το ότι μια πλατφόρμα, μια εταιρεία ή ένα μέρος της παραγωγής είναι κινεζικό δεν μετατρέπει κάθε microdrama σε μήνυμα του κινεζικού κράτους.

Άλλο η κρατική ήπια ισχύς – η οργανωμένη προσπάθεια να προβληθεί μια συγκεκριμένη εικόνα της Κίνας. Άλλο η εταιρική υποδομή – οι εφαρμογές, οι πληρωμές, τα δεδομένα, τα εργαλεία παραγωγής και τα δίκτυα διανομής. Και άλλο το ότι παραγωγοί σε διαφορετικές χώρες καταλήγουν σε παρόμοιες φόρμουλες επειδή κυνηγούν τα ίδια νούμερα.

Εδώ μας ενδιαφέρουν κυρίως τα δύο τελευταία.

Ο operator κατασκευάζει τις παραλλαγές, αλλά δεν αποφασίζει μόνος του ποια θα επιβιώσει. Μετά έρχεται ο θεατής. Μπορεί να γελά, να καυλώνει, να εκνευρίζεται με την πολιτική της ιστορίας και ταυτόχρονα να θέλει να μάθει τι θα συμβεί στο επόμενο επεισόδιο.

Η πλατφόρμα δεν ακούει τίποτα από αυτά. Βλέπει χρόνο θέασης, replay, σχόλιο, share, πληρωμή ή επιστροφή την επόμενη μέρα. Το «κοίτα τι μαλακία» και το «θέλω κι άλλο» μπορούν να καταλήξουν στο ίδιο signal.

Το signal επιστρέφει στο σύστημα. Ό,τι κράτησε τον θεατή παίρνει περισσότερη ορατότητα. Ό,τι έφερε ορατότητα παράγει περισσότερα δεδομένα και έσοδα. Και ό,τι έφερε δεδομένα και έσοδα επιστρέφει στην παραγωγή ως λόγος για να κατασκευαστεί η επόμενη παραλλαγή.

Κανείς δεν χρειάζεται να ελέγχει ολόκληρο τον κύκλο. Η πλατφόρμα θέλει engagement. Η εταιρεία θέλει conversion. Ο operator θέλει κάτι που να αποδώσει πριν λήξει η προθεσμία. Ο θεατής θέλει να δει πού θα φτάσει η μαλακία. Τα κίνητρα διαφέρουν, αλλά το αποτέλεσμα μπορεί να συγκλίνει.

Αυτή είναι η υποδομή – ένας μηχανισμός που μετατρέπει διαφορετικές προθέσεις σε κοινή κατεύθυνση.

Η επιρροή δεν βρίσκεται μόνο στο μήνυμα. Βρίσκεται και στον δρόμο από τον οποίο περνούν τα μηνύματα – ποιος έχει την εφαρμογή, ποιος μετρά την προσοχή, ποιος κρατά το ταμείο και ποιος μπορεί να ξαναφτιάξει γρήγορα τον ίδιο μηχανισμό με άλλα πρόσωπα.

Αν λοιπόν φτιάχνεται μια παγκόσμια μονοκουλτούρα, δεν σημαίνει ότι όλοι θα βλέπουμε τους ίδιους χαρακτήρες ή τα ίδια σκηνικά. Οι γλώσσες, τα σώματα, τα ρούχα και οι κόσμοι μπορούν να αλλάζουν συνεχώς.

Αυτό που κινδυνεύει να μείνει ίδιο είναι το αντανακλαστικό – μια γρήγορη ένταση, μια ανατροπή και ένα κόψιμο ακριβώς πριν από την ικανοποίηση.

Δεν θα λέμε όλοι την ίδια ιστορία. Μπορεί απλώς να μάθουμε να λέμε κάθε ιστορία με τον ίδιο ρυθμό.

Το AI μπορεί να φτιάξει σχεδόν τα πάντα. Το σύστημα θέλει καλούπια.

Λοιπόν, γιατί αυτό το slop;

Η Saya με μαύρη και κόκκινη retro-futurist στολή κάθεται πάνω σε μια χρωμιωμένη πρέσα που μετατρέπει ένα πολύχρωμο σύμπαν πλασμάτων και κόσμων σε σειρές σχεδόν πανομοιότυπων γυναικείων μορφών.

Γιατί βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου συναντιούνται η φτηνή παραγωγή, η άμεση αναγνώριση και η αντίδραση που μετριέται εύκολα. Μια ιστορία που την πιάνεις αμέσως μπορεί εύκολα να σπάσει σε επεισόδια, να μεταφραστεί, να αλλάξει πρόσωπα και να ξαναδοκιμαστεί.

Το slop δεν δείχνει τι πιστεύει κρυφά μια κοινωνία ούτε αποδεικνύει τι θέλει πραγματικά το κοινό. Δείχνει τι καταφέρνει να επιβιώσει μέσα στη διαδικασία επιλογής. Από όλα όσα μπορούν πλέον να παραχθούν, το σύστημα κρατάει εκείνα που γίνονται εύκολα template, προκαλούν γρήγορα αντίδραση και βγάζουν φτηνά την επόμενη παραλλαγή.

Έτσι, η τεράστια παραγωγική δυνατότητα του AI μπορεί να καταλήξει σε αφηγηματική μονοτονία. Όχι επειδή δεν υπάρχουν επιλογές, αλλά επειδή κάθε καινούργια εκδοχή πιέζεται να μοιάζει αρκετά με κάτι που έχει ήδη αποδώσει. Το περιτύλιγμα μπορεί να αλλάζει όσο θέλει. Η γραμματική στενεύει.

Ο Βιδόπουλος δεν έμεινε επειδή πίστεψε στον Banana CEO. Έμεινε για να δει μέχρι πού θα φτάσει η μαλακία. Για το σύστημα, αυτή η διαφορά δεν υπάρχει.

Το AI μπορεί να φτιάξει σχεδόν τα πάντα. Το σύστημα δεν ζητάει σχεδόν τα πάντα. Ζητάει το επόμενο πράγμα που μοιάζει αρκετά με εκείνο που ήδη λειτούργησε.

Η μηχανή δεν χρειάζεται να πιστέψεις τη φαντασίωση. Χρειάζεται μόνο να μην κάνεις swipe.

Η Saya, ως glamorous παρουσιάστρια σε ευρωπαϊκό pulp κινηματογραφικό θέαμα, χειρίζεται μια τεράστια μηχανή προβολής που εμφανίζει την ίδια ηρωίδα σε αμέτρητα διαφορετικά σκηνικά, κοστούμια και φανταστικούς κόσμους.